Μετάβαση στο περιεχόμενο

visualisation

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
visualisation visualisations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

visualisation (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

visualisation (fr) θηλυκό